Η συνταγματική κρίση της Πολωνίας

Αφότου σιγόβραζε για εννέα μήνες, η ένταση μεταξύ του κυβερνώντος κόμματος του Νόμου και της Δικαιοσύνης της Πολωνίας [1] (PiS) και του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας, του Συνταγματικού Δικαστηρίου, έφτασε σε σημείο βρασμού. Η κυβέρνηση του PiS επιχειρεί τον αντισυνταγματικό έλεγχο του δικαστηρίου -αγνοώντας τις αποφάσεις του, προσπαθώντας να το γεμίσει με νέους δικαστές, και, πιο πρόσφατα, απειλώντας τον επικεφαλής δικαστή με ποινική δίωξη. Αυτό που διακυβεύεται είναι η επιβίωση της συνταγματικής δημοκρατίας και του κράτους δικαίου στην Πολωνία.

Στις 27 Ιουλίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία επί μήνες έχει πιέσει το PiS να αλλάξει πορεία, κάλεσε την κυβέρνηση να διορθώσει την κατάσταση εντός τριών μηνών ή αλλιώς να κινδυνέψει να αντιμετωπίσει πειθαρχικές διαδικασίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κυρώσεις. Ο Γιάροσλαβ Καζίνσκι [2], ο πρόεδρος του PiS και ο άνθρωπος που κινεί τα νήματα πίσω από την κυβέρνηση της πρωθυπουργού Beata Szydło, απάντησε ότι «διασκεδάζει» με την προειδοποίηση των Βρυξελλών. Στις εβδομάδες που πέρασαν από τότε, το PiS έχει εντείνει τις επιθέσεις του.

Το PiS είναι αποφασισμένο να νικήσει το Συνταγματικό Δικαστήριο, διότι είναι ένα σημαντικό εμπόδιο στο σχέδιο του Κατσίνσκι να εισαγάγει μια λαϊκιστική εκλογική απολυταρχία στην Πολωνία κατά μήκος των γραμμών του Viktor Orban στην Ουγγαρία [3]. Όταν ο Orban έγινε πρωθυπουργός, το 2010, είχε μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία αρκετά μεγάλη για να ξαναγράψει νόμιμα το σύνταγμα της Ουγγαρίας και να βοηθήσει να παγιωθεί η λαβή του στην εξουσία. Αλλά στην Πολωνία, όπου οι διαδικασίες για την τροποποίηση του συντάγματος είναι πιο απαιτητικές, το PiS δεν έχει την δυνατότητα αυτή [4], και πολλές από τις πρωτοβουλίες του -συμπεριλαμβανομένων των νόμων που έχουν σχεδιαστεί για τον έλεγχο των μέσων ενημέρωσης, τον περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών, την πολιτικοποίηση της δημόσιας διοίκησης και την προσβολή της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης- κινδυνεύουν να κηρυχθούν αντισυνταγματικές. Ως αποτέλεσμα, η κυβέρνηση έχει εμπλακεί σε μια κατάφωρα παράνομη προσπάθεια να υποτάξει το Συνταγματικό Δικαστήριο. Μέχρι στιγμής, οι δικαστές έχουν κρατήσει γερά, κρίνοντας αντισυνταγματικούς ακριβώς τους νόμους που η κυβέρνηση έχει περάσει για να τους επιτεθεί, όπως ο νόμος του Δεκεμβρίου του 2015 [5], ο οποίος προσπάθησε να ακρωτηριάσει το δικαστήριο με την αλλαγή των κανόνων που διέπουν την λειτουργία του. Αλλά το PiS γίνεται όλο και πιο ωμό και επιθετικό, και η πρόσφατη απειλή του να ασκήσει δίωξη στον κορυφαίο δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου [6] δείχνει ότι μπορεί να αναλάβει πιο δυναμική δράση για να συντρίψει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης πριν περάσει πολύς καιρός.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, εν τω μεταξύ, βασανίζονται από κρίσεις [7] -από το Brexit μέχρι τους πρόσφυγες και την συνεχιζόμενη οικονομική αδυναμία στην ευρωζώνη, και πολλοί μπορεί να μπουν στον πειρασμό να αποφύγουν την σύγκρουση με την Βαρσοβία. Ωστόσο, η ΕΕ δεν έχει καμία δικαιολογία για αδράνεια. Στην περίπτωση της Ουγγαρίας, οι ηγέτες της ΕΕ μπορεί να αιφνιδιάστηκαν από τις επιθέσεις του Orban στην δημοκρατία. Αλλά ο Κατσίνσκι και οι συνάδελφοί του στο PiS δύσκολα χαρακτηρίζονται από λεπτότητα σχετικά με τις προθέσεις τους. Το να επιτραπεί να παταχθεί η συνταγματική δημοκρατία σε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο στρατηγικά σημαντικά κράτη-μέλη της Ευρώπης θα σημάνει το τέλος των «ένωσης αξιών» της ΕΕ και θα βλάψει περαιτέρω την ταλαιπωρημένη φήμη της.

ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΑΤΑΞΙΑ

Οι ρίζες της σημερινής συνταγματικής κρίσης βρίσκονται, ειρωνικά, στο κεντρώο κόμμα Πλατφόρμα των Πολιτών (PO), το οποίο κυβέρνησε την Πολωνία από το 2007 έως το 2015. Κατά τον τελευταίο μήνα της θητείας της, η απερχόμενη κυβέρνηση διόρισε τρεις δικαστές στο Συνταγματικό Δικαστήριο για να αντικαταστήσει τρεις που συνταξιοδοτήθηκαν. Αυτό ήταν απολύτως νόμιμο. Αλλά το PO προσπάθησε να τακτοποιήσει περαιτέρω την τράπουλα με τον διορισμό αντικαταστατών για δύο επιπλέον δικαστές που θα συνταξιοδοτούντο τον Δεκέμβριο του 2015, αφότου η νέα κυβέρνηση του PiS θα αναλάμβανε τα καθήκοντά της. Ο συνδεδεμένος με το PiS πρόεδρος, ο Andrzej Duda [8], αρνήθηκε να ορκίσει οποιονδήποτε από τους πέντε δικαστές, ακόμα και αφότου το Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μόνο δύο είχαν διοριστεί παράνομα. Αντ’ αυτού, Duda όρκισε μια ομάδα από πέντε διαφορετικούς δικαστές που όρισε το νέο -υπό την ηγεσία του PiS- κοινοβούλιο. Το δικαστήριο αρνήθηκε να δικάσει υποθέσεις μαζί με τους παράνομα τοποθετημένους δικαστές και ακολούθησε μια αντιπαράθεση με την κυβέρνηση.

Από τότε, το PiS έχει περάσει νόμους που έχουν σχεδιαστεί για να περιορίσουν την εξουσία του δικαστηρίου και να είναι υποταγμένο στην τρέχουσα κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το δικαστήριο έκρινε ότι οι νέοι νόμοι είναι αντισυνταγματικοί, αλλά η κυβέρνηση με την σειρά της αρνήθηκε να αναγνωρίσει αυτές τις αποφάσεις. Πολύ απλά, η δημοκρατική συνταγματική τάξη στην Πολωνία έχει κλονιστεί.

Τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, η ΕΕ παρενέβη. Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε ότι θα αξιολογήσει την απειλή για το κράτος δικαίου στην Πολωνία με την ενεργοποίηση του λεγόμενου Πλαισίου Κράτους Δικαίου (Rule of Law Framework), το οποίο είχε θεσπιστεί τον Μάρτιο του 2014 για την αντιμετώπιση της διάβρωσης του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία και την αποτυχία της ΕΕ να την αντιμετωπίσει. Πριν από τότε, το κύριο πειθαρχικό εργαλείο της ΕΕ –το άρθρο Επτά της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση- θεωρήθηκε από πολλούς ως μια μη πρακτική «πυρηνική» επιλογή: Επέτρεπε στην ΕΕ να αναστείλει τα δικαιώματα ψήφου και να επιβάλλει κι άλλες κυρώσεις σε ένα κράτος-μέλος, αλλά μόνο αφότου οι άλλες κυβερνήσεις συμφωνήσουν ομόφωνα ότι το εν λόγω κράτος ήταν σε «σοβαρή και διαρκή παραβίαση» των θεμελιωδών αξιών της ΕΕ. Το Πλαίσιο του Κράτους Δικαίου σχεδιάστηκε ως πρόδρομος του άρθρου Επτά -ένα μέσο για να αυξάνει σταδιακά την πίεση στην κυβέρνηση ενός κράτους-μέλους.

Την 1η Ιουνίου του 2016, μετά από μήνες αποτυχημένων διαπραγματεύσεων, η Επιτροπή εξέδωσε τελικά μια επίσημη Γνώμη περί Κράτους Δικαίου [9] εκφράζοντας ανησυχίες σχετικά με τον διορισμό νέων δικαστών, τους νόμους που ψηφίστηκαν από την κυβέρνηση σχετικά με την λειτουργία του Συνταγματικού Δικαστηρίου, την μη εφαρμογή των αποφάσεων του δικαστηρίου από την κυβέρνηση, καθώς και την αποτελεσματικότητα της συνταγματικής αναθεώρησης στην χώρα γενικότερα.

Η διεθνής πίεση στην πολωνική κυβέρνηση, μεταξύ άλλων και από την κυβέρνηση Ομπάμα [10], συνέχισε να αυξάνεται στην πορεία προς τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο στην Βαρσοβία. Την παραμονή της συνόδου κορυφής, το πολωνικό κοινοβούλιο έσπευσε να περάσει έναν νέο νόμο [11] σχετικά με το Συνταγματικό Δικαστήριο, για τον οποίο ισχυρίστηκε ότι ανταποκρινόταν στην κριτική από την ΕΕ και διεθνώς. Αλλά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέστησε σαφές ότι είδε τις μεταρρυθμίσεις αυτές ως απολύτως ανεπαρκείς, με τον Πρώτο Αντιπρόεδρο, Frans Timmermans, να δηλώνει ότι «τα κύρια ζητήματα που απειλούν το κράτος δικαίου στην Πολωνία δεν έχουν επιλυθεί». Στις 27 Ιουλίου, η Επιτροπή ξεκίνησε το επόμενο βήμα για την επιβολή του Μηχανισμού του Κράτους Δικαίου –την έκδοση Σύστασης περί Κράτους Δικαίου στην Πολωνία, με την οποία ζήτησε από την κυβέρνηση του PiS να δημοσιεύσει και να εφαρμόσει τις πρόσφατες αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου και να διαβεβαιώσει ότι τυχόν περαιτέρω νομικές μεταρρυθμίσεις θα σεβαστούν τις αποφάσεις του δικαστηρίου. Η Επιτροπή προειδοποίησε ότι εάν η Πολωνία δεν ενεργήσει σύμφωνα με τις συστάσεις αυτές εντός τριών μηνών, θα μπορούσε να προκαλέσει την εφαρμογή του άρθρου Επτά.

ΕΝΑΣ ΧΑΡΤΙΝΟΣ ΤΙΓΡΗΣ

Η αποτυχία της ΕΕ να αντισταθεί στον Orban στην Ουγγαρία [12], ωστόσο, δεν εμπνέει εμπιστοσύνη για το πώς θα ενεργήσει στην Πολωνία. Αλλά οι καταστάσεις στις δύο χώρες διαφέρουν αρκετά οπότε οι Βρυξέλλες μπορεί να είναι σε θέση να κάνουν περισσότερα αυτή την φορά. Κατ’ αρχάς, ενώ το κόμμα του Orban, το Fidesz, ήταν σε θέση να εδραιώσει τον έλεγχό του στην εξουσία μέσω νόμιμων συνταγματικών τροποποιήσεων, το PiS παραβιάζει κατάφωρα το πολωνικό σύνταγμα και συνθλίβει το Ανώτατο Δικαστήριο που προσπαθεί να το υπερασπιστεί. Αυτό καθιστά πολύ πιο δύσκολο για τους Ευρωπαίους ηγέτες να παραμείνουν σιωπηλοί.

Δεύτερον, το PiS του Κατσίνσκι έχει λιγότερους φίλους στις Βρυξέλλες και σε όλη την Ευρώπη από όσους το Fidesz του Όρμπαν. Το Fidesz είναι μέλος της κεντροδεξιάς ομάδας Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και οι περισσότεροι ηγέτες του ΕΛΚ το έχουν υποστηρίξει σε όλη την διάρκεια της επιδείνωσης της δημοκρατίας στην Ουγγαρία. Το ΕΛΚ ήταν πρόθυμο να υπερασπιστεί τον Orban από κομματική αφοσίωση και επειδή το κόμμα του προσφέρει τις ψήφους που χρειάζονται [13] για να κυριαρχήσει στην παραγωγή νομοθεσίας στο ευρωκοινοβούλιο. Το PiS, το οποίο ανήκει στην πολύ μικρότερη ευρωπαϊκή ομάδα των Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών (ECR), βρίσκεται πλέον σε πολύ ασθενέστερη θέση.

Η αδυναμία αυτή φάνηκε πρόσφατα, όταν τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (οι ευρωβουλευτές, δηλαδή) ψήφισαν με συντριπτική πλειοψηφία [14] (513 έναντι 142 με 30 αποχές) υπέρ ενός ψηφίσματος που καλεί την πολωνική κυβέρνηση να σεβαστεί τις δημοκρατικές αρχές και το κράτος δικαίου. Η πολιτική θέση του PiS επλήγη περαιτέρω από την προοπτική του Brexit, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο κόμμα στο ECR, και ένας από τους πιο ένθερμους υπερασπιστές του PiS, είναι το Βρετανικό Συντηρητικό Κόμμα.

Αλλά η πολωνική κυβέρνηση εξακολουθεί να έχει έναν άσσο στο μανίκι της, τον Orban, ο οποίος έχει δεσμευθεί ρητά να εμποδίσει τις κυρώσεις του άρθρου Επτά κατά της Πολωνίας. Και εκεί βρίσκεται μια βαθιά ρωγμή στην προσέγγιση της ΕΕ για την υπεράσπιση του κράτους δικαίου και των άλλων δημοκρατικών αξιών. Η διαφαινόμενη απειλή πίσω από το Πλαίσιο του Κράτους Δικαίου είναι το άρθρο Επτά, αλλά το στάδιο των κυρώσεων του άρθρου Επτά μπορεί να ενεργοποιηθεί μόνο αφού υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών-μελών. Εφ’ όσον η ΕΕ ανέχεται έναν δικτάτορα [15] –τον Orban- αυτός μπορεί να προστατεύσει άλλους όμοιούς του.

ΑΝΤΙΣΤΕΚΟΜΕΝΟΙ

Η πολωνική κυβέρνηση μπορεί να υπολογίζει στην προστασία από τον Orban -καθώς ίσως και από τους ηγέτες των άλλων χωρών Visegrad (την Τσεχική Δημοκρατία και την Σλοβακία)- και ξέρει ότι τελικά οι κυρώσεις του άρθρου Επτά είναι απίθανο να επιβληθούν. Αλλά αυτός δεν είναι λόγος για να μην προκληθεί μια ψηφοφορία για το άρθρο Επτά ούτως ή άλλως. Είναι καιρός οι ηγέτες της Ευρώπης να σηκώσουν ανάστημα και να αναμετρηθούν.

Παρά το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει εγκρίνει ψηφίσματα επικρίνοντας τις εξελίξεις στην Ουγγαρία και την Πολωνία, οι περισσότεροι εθνικοί ηγέτες της ΕΕ έχουν παραμείνει σιωπηλοί για την δημοκρατική οπισθοδρόμηση. Συχνά, η Ουάσιγκτον υπήρξε πιο επικριτική από όσο οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η Άνγκελα Μέρκελ, η οποία έχει διαδραματίσει ισχυρό ηγετικό ρόλο σε τόσους πολλούς άλλους τομείς, είχε λίγα να πει για τις επιθέσεις εναντίον της συνταγματικής δημοκρατίας στην Ουγγαρία και στην Πολωνία. Αλλά αν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θέλουν να ανέχονται κραυγαλέες επιθέσεις στο κράτος δικαίου στην Πολωνία, θα πρέπει να αναγκαστούν να το καταγράψουν μέσω ψηφοφορίας.

Ακόμη και αν η ψηφοφορία αποτύχει να συγκεντρώσει την απαιτούμενη ομοφωνία που χρειάζεται για την επιβολή κυρώσεων, θα μπορούσε να είναι μια «χαλυβδωτική» περίσταση, βοηθώντας τους δημοκράτες ηγέτες της Ευρώπης να θυμηθούν τι αντιπροσωπεύουν αυτοί και η ένωσή τους. Στον απόηχο μιας τέτοιας ψηφοφορίας, η ομάδα του ΕΛΚ θα μπορούσε τελικά αποβάλλει και να καταγγείλει το Fidesz, ένα κόμμα που έχει υπονομεύσει όχι μόνο την πλουραλιστική δημοκρατία [16], αλλά έχει προθύμως τροφοδοτήσει την ξενοφοβία [17]. Οι συνομιλίες μεταξύ των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την διακοπή της χρηματοδότησης της ΕΕ προς τις χώρες που παραβιάζουν τις ευρωπαϊκές αξίες [18] αυξάνεται, ακόμη και η αποτυχία μιας ψηφοφορίας κατά της πολωνικής κυβέρνησης θα μπορούσε τελικά να ωθήσει τους ηγέτες να πάρουν στα σοβαρά την χρήση της δύναμης του χρήματος για να αρνηθούν στους δυνάστες τα κονδύλια της ΕΕ που χρησιμοποιούν για να στηρίξουν τα καθεστώτα τους.

R. Daniel KelemenThe Hellenic Edition, Foreign Affairs