Ατμόσφαιρα, γεµάτη µεν απελπισία…

«Ατμόσφαιρα, γεµάτη µεν απελπισία, αλλά φτωχή σε ένταση…»

[…] Μπορεί η σύγχρονη Ελλάδα να «τρέφεται» με τη δυτική σκέψη, αλλά προσπαθεί απεγνωσμένα να χωνέψει τις ξένες επιστημονικές επιτεύξεις. Στην πραγματικότητα, η δίδυμη αδελφή της επιστήμης, η τεχνική, λείπει παντελώς. Οι Νεοέλληνες δεν κατασκευάζουν τον κόσμο, ούτε καν την ίδια τη χώρα τους. Δεν ξέρουν να «φτιάχνουν». Οι άνθρωποι της χώρας αυτής κοπιάζουν αλλά δεν παράγουν έργο. Μεγάλα έργα της σκέψης ή της επιστήμης, της τεχνικής ή της τέχνης δεν βλέπουν το φως της ημέρας. Ο όρος δυνατότητα, χάνοντας την πρωταρχική του σημασία (αυτού που καθιστά δυνατή την επίκαιρη πραγμάτωσή του), κατέληξε να σημαίνει τον ευσεβή πόθο. […] Οι Νεοέλληνες, καθώς αφοµοιώνουν λίγο πολύ την ευρωπαϊκή σκέψη, συλλογίζονται µεν, αλλά δεν σκέπτονται, µιλούν πολύ και δεν έχουν συντεταγµένη γλώσσα, ρωτούν και απαντούν, αλλά χωρίς καµμία συνέχεια· βαδίζουν πάνω σ’ ένα δρόµο, αλλά δεν πορεύονται. Θα ακολουθήσουν ποτέ τη σχολή της σκέψης και, ξεπερνώντας τη σκέψη της σχολής, θα αποκτήσουν επίσης και µνήµη;
Η απουσία σκέψης συνιστά απουσία διαµόρφωσης και µορφής, κι έτσι ούτε το ψυχολογικό ούτε το κοινωνικό µπορούν να ξεπεραστούν. Οι σύγχρονοι Έλληνες µοιάζουν ανίκανοι να κατευθύνουν το δικό τους πεπερασµένο προς το άπειρο. Κι ούτε κατορθώνουν να µεταµορφώσουν τη θλίψη των τραγουδιών τους σε λόγια της αγωνίας. Η γλυκύτητα της ζωής, οι χαρές της γιορτής δεν ορθώνονται σε µορφές της Χαράς, επειδή λείπει ο στοχασµός. Ακόµη και µια παράξενη χαρά της ζωής µπερδεύεται κατά περίεργο τρόπο µε µιαν ορισµένη µελαγχολία, κι όλα αυτά φτιάχνουν µιαν ατµόσφαιρα γεµάτη µεν απελπισία, αλλά φτωχή σε ένταση, χωρίς εµβέλεια οικουµενική. Κώστας Αξελός (1924-2010)

Αυτό το εδάφιο από τα γραπτά του Κώστα Αξελού, της νιότης του, (το έγραψε γύρω στα τριάντα του χρόνια) στριφογυρίζει διαρκώς στη σκέψη μας τον τελευταίο καιρό, αυτή η ατμόσφαιρα «η γεμάτη απελπισία, αλλά φτωχή σε ένταση», είναι περίπου αυτό, που ζούμε μετά την επίσημη άρση των κρατικών αποκλεισμών λόγω της πανδημίας.
Η τουριστικοεξαρτημένη οικονομία, η φούσκα μετά το 2010, καταρρέει με πάταγο συμπαρασύροντας στην πείνα εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων, που τόσα χρόνια ήξεραν να κάνουν ένα πράγμα. Να περιποιούνται τους τουρίστες, να μαγειρεύουν, να στρώνουν τα κρεβάτια, να τους φέρνουν το φαγητό και τα ποτά.
Μαζί τους καταρρέει και η «περίμετρος», οι μεταφορές, ο ανεφοδιασμός, η βιομηχανία τροφίμων κ.λπ. Η κωμικοτραγική προσπάθεια να «έρθουν οι τουρίστες, ανοίξαμε και σας περιμένουμε» με τα ηλιοβασιλέματα στη Σαντορίνη και άλλες γραφικότητες (και κάνοντας τα στραβά μάτια όσον αφορά τα μέτρα κατά της διάδοσης της πανδημίας) είναι καταδικασμένη από τα αποδυτήρια.
Η κυβέρνηση αποφεύγει για την ώρα να αποζημιώσει τους πληγέντες πρώην εργαζομένους στον τουρισμό. Και γιατί όχι; Αφού μπορεί για την ώρα να το αποφεύγει. Ούτως ή άλλως το επικοινωνιακό στοίχημα της πανδημίας κερδήθηκε, τουλάχιστον για την πρώτη φάση της, ενώ η κυβέρνηση δεν εισπράττει ακόμα τις συνέπειες από την οικονομική καταστροφή.
Οι συνταξιούχοι της χώρας, οι οποίοι είναι πλέον η κύρια δεξαμενή ψηφοφόρων για όλα τα κόμματα και σπανίως ασχολούνται με κάτι περισσότερο από την κατάσταση της υγεία τους και τη σύνταξή τους, είναι εμφανώς ικανοποιημένοι, μάλιστα δε, ατενίζουν το μέλλον τους με μεγάλη αισιοδοξία, καθώς τον Οκτώβρη η κυβέρνηση έχει υποσχεθεί να τους δώσει πίσω ένα πολύ μικρό μερίδιο από τα «κλεμμένα» λόγω απόφασης του ανωτάτου δικαστηρίου.
Κοντολογίς, οι μόνοι «ξένοι» που μας καταδέχονται ως χώρα, είναι οι γνωστοί μας μετανάστες και πρόσφυγες από την Ασία και την Αφρική, που δεν έχουν πάψει να έρχονται με τις γνωστές φουσκωτές βάρκες στα νησιά του ανατολικού αιγαίου και κατόπιν προωθούνται στην ενδοχώρα. Είναι πολύ επικερδής η συγκεκριμένη βιομηχανία, (που στηρίζεται στο πόνο και στην δυστυχία). Δεν μπορεί, όμως, να συγκριθεί με τίποτα με την τουριστική βιομηχανία και τα κέρδη της. Η αηδία μας και η αποστροφή μας είναι δεδομένη. Ή μήπως ξεχάσαμε; Τα δεκάδες εκατομμύρια τουριστών να συρρέουν προκαλώντας το αδιαχώρητο, τα ξενοδοχεία που χτίζονταν κατά εκατοντάδες πάνω στο κύμα, τη γενικευμένη απληστία των ντόπιων, τις απαγορευμένες λόγω τουρισμού περιοχές, τα σκουπίδια, τις κρυφές παραγκουπόλεις στα περίχωρα των διάσημων τουριστικών προορισμών για να διαμένουν οι υπηρέτες που έκαναν «σεζόν». Με το χέρι στην καρδιά, πείτε μας, τα νοσταλγείτε;

Πηγή: ANARCHY PRESS